Στις 18, 19,20 και 21 του τρέχοντος μηνός διεξάγεται στην Χαλκιδική ( λόγω λιτότητας ) το εκλογικό συνέδριο της ΓΣΕΕ.
Είναι μια εθιμοτυπική διεργασία, απόρριψης ή επαναβεβαίωσης της «εξουσίας» των ηγεσιών μέσω του καθαρτήριου μηχανισμού των εκλογών, που αποτελεί απλά μόνο συνέχεια μιας δομημένης γραφειοκρατικής αντίληψης που διαμορφώνει ή περιγράφει τις εξουσίες των μηχανισμών, αλλά και περισσότερο μια ανάγκη αυτό-επιβεβαίωσης της εξουσίας ως αυτοτελές ανώτατο εργαλείο σύζευξης του συμφέροντος με το ένα σύνολο συντελεστών, που διαμορφώνουν το συμφέρον και ενός άλλου συνόλου, που υποτάσσεται στο συμφέρον μέσα σε μια διαρκή διακριτή συνθήκη εξάρτησης.
Το συμφέρον είναι εκείνο που προσδιορίζει το πεδίο άσκησης εξουσίας, που μπορεί να είναι μια Τράπεζα, μια πολυεθνική επιχείρηση, μια Δημοτική επιχείρηση, ένας πολιτικός σχηματισμός, ένας αθλητικός χώρος, τα εργαλεία θωράκισης της κρατικής οντότητας, όπως δικαστήρια και ενώσεις δικαστών κλπ.
Κάθε συμφέρον αποτελεί ένα υποσύνολο σχέσεων κέρδους, υποταγής και εξουσίας του συνόλου που δημιουργεί η ανώτατη οντότητα, δηλαδή το Κράτος.
Για το λόγο αυτό οι εκλογικές διαδικασίες αποκτούν μια ιεροτελετουργική θεσμοποιητική αμφίδρομη σχέση μεταξύ υποσυνόλου με το ανώτατο συμφέρον που ταυτίζεται με το Κράτος και που δημιουργεί το Κράτος.
Αυτή η «θεσμοποιητική» σχέση «αποκαθιστά» τον θεσμικό ρόλο στην άσκηση εξουσίας φορέων, που συγκροτούνται ως υποκείμενα κοινωνικών συνόλων και που διαχειρίζονται μια διαμεσολαβητική εξουσία μεταξύ Κράτους και Κοινωνίας.
Το Καθαρτήριο αποκαθιστά τις σχέσεις εκπροσώπησης και αντιπροσωπευτικότητας υπό την έννοια ότι οι φορείς από υποκείμενα των κοινωνικών συνόλων μεταβάλλονται σε υπερκείμενα αυτών, παρέχει μια εξαγοράσιμη από το Κράτος μορφή θεσμικής εξουσίας, καθιστώντας την ύπαρξή τους αυτονόητη και ισοδύναμα αναγκαία με τα θεσμοθετημένα εκ του Κράτους εργαλεία προστασίας του Κράτους διά και απέναντι στις Κοινωνίες.
Τα συνέδρια της ΓΣΕΕ, πλην φωτεινών εξαιρέσεων, δεν αποτελούν τίποτε λιγότερο ή περισσότερο από μια «αρένα» σύγκρουσης κομματικών – πολιτικών συμφερόντων που υποκρύπτονται οικονομικά συμφέροντα.
Τα αποτελέσματα των συνεδριακών διαδικασιών είναι ασήμαντα έως και ανύπαρκτα, και μέσα σ’ αυτήν την ανυπαρξία αποτελεσμάτων το μόνο σημαντικό, αλλά υπερκείμενης της πραγματικής αξίας , είναι η καταγραφή των εξουσιαστικών δυνάμεων υποταγής της ΓΣΕΕ και του μεγέθους της κάθε δύναμης που ασκεί εξουσιαστικά και υποτακτικά δικαιώματα.
Η ΓΣΕΕ αποτελεί το λάφυρο ή το σκήπτρο της διαμάχης μεταξύ των εξουσιαστικών κομματικών ( ενταγμένων στο Κράτος) δυνάμεων που επικυριαρχούν των κοινωνιών των εργαζομένων.
Αυτή η πραγματικότητα που έχει εμπεδωθεί πλέον ως συνείδηση ύπαρξης, ως συνείδηση έκφρασης, ως συνείδηση εκπροσώπησης, ως συνείδηση αντιπροσωπευτικότητας, έχει εξαλείψει τόσο τον πολιτικό λόγο όσο και την παραγωγή ιδεών, με αποτέλεσμα εάν στον προφορικό λόγο ενός συνδικαλιστή υπάρξουν ψήγματα πολιτικού λόγου ή απόχρωση ιδέας, ο λόγος να προκαλεί την αδιαφορία των συνέδρων, οι περισσότεροι των οποίων να αδυνατούν να καταλάβουν τι λέει ο ομιλητής.
Κάθε σύνεδρος καταλαβαίνει ότι του είναι οικείο. Οι της ΠΑΣΚΕ την γλώσσα επικοινωνίας που έχει δομηθεί στο ΠΑΣΟΚ. Οι της ΔΑΚΕ, την γλώσσα της Ν.Δ. Του ΠΑΜΕ την ξύλινη γλώσσα του ΚΚΕ. Η Α.Π. την γλώσσα του ΣΥΝ αλλά όχι και τόσο την γλώσσα του ΣΥΡΙΖΑ.
Κάθε προφορικός λόγος χρησιμοποιεί συγκεκριμένα κλειδιά, που από την μια επικυρώνουν την κομματική γλώσσα επικοινωνίας και από την άλλη προκαλούν την αντίπαλη κομματική συνείδηση, προσπαθώντας να προσδιορίσουν τα απαραίτητα σημάδια, να αποσαφηνίσουν τις συνοριακές γραμμές και να πολώσουν στην βάση ευφυολογημάτων τον κομματικοσυνδικαλιστικό στρατό τον οποίο θα σύρουν στην επικύρωση προαλειμμένων αποφάσεων. Αποφάσεις που έχουν επεξεργαστεί και διαπραγματευτεί σε ανώτερο ή ανώτατο κομματικό επίπεδο.
Δεν αποτελεί προνόμιο των συνέδρων ποιος θα εκλεγεί στην διοίκηση της ΓΣΕΕ, αλλά υποχρέωση κομματικής πειθαρχίας και σεβασμού στις αποφάσεις των ανώτερων κομματικών καθοδηγητικών οργάνων.
Η δε εκλογή Προέδρου ή Γεν. Γραμματέα ή Αντιπροέδρου ή άλλου αξιώματος που αντιστοιχίζεται με το ποσοστό δύναμης της κάθε παράταξης, δημιουργεί κομματική πειθαρχία και σεβασμό στον ηγέτη του Κόμματος.
Όποτε υπήρξε εσωτερική επανάσταση κατά της δομημένης συνείδησης και της κομματικής υποταγής στο αυτονόητο, στη ΓΣΕΕ αλλά και στο σύνολο του οργανωμένου εργατοχώρου, υπήρξε και γέννηση ιδεών και πάλη ιδεών και πολιτικού λόγου.
Σε ότι με αφορά, είμαι περήφανος για την περίοδο της πολιτικής και συνδικαλιστικής μου δράσης, εκείνη που πραγματώθηκε κατά τον χρόνο αντίστασης και επανάστασης ενάντια στην κομματική ποδηγέτηση και κυβερνητική υποταγή των συνδικάτων και του σ.κ. το 1985, το δικαστικό πραξικόπημα των Θέμελη – Γιαννόπουλου και την δημιουργία της ΣΣΕΚ.
Αυτή η περίοδος είναι η πιο σημαντική στην σύγχρονη ιστορία του ελληνικού σ.κ. γιατί είναι μια εξέχουσα στιγμή, είναι η αποκορύφωση της γέννησης ιδεών που ασφυκτιούσε στα σκοτεινά, γεμάτο μούχλα και δυσοσμία κομματικά πρασινο-ηλιόλουστα κομματικά φέουδα, όπου πραγματώνονταν οι δονκιχωτισμοί μια Σοσιάλ εκμαύλισης και αποστέωσης ενός εργατικού κινήματος που είχε δημιουργηθεί και εδραιωθεί μετά την πτώση της Χούντας και που είχε την κύρια ευθύνη στην έναρξη της κυβερνητικής θητείας ΠΑΣΟΚ.
Είναι μια περίοδος που το πιο συνειδητοποιημένο τμήμα του σ.κ. που εκφραζόταν μέσα από το ΠΑΣΟΚ δεν δεχόταν να πρωτοστατήσει ή να συμμετέχει απλώς στην αυτοδιάλυση του σ.κ. με αντάλλαγμα μια Σοσιάλ εκδοχή του κρατικομονοπωλιακού εκμεταλλευτικού συστήματος και μιας Σοσιάλ εξουσίας που χάιδευε τα αχαμνά του και που του εγγυόταν την εξωτερίκευση διαχρονικών κόμπλεξ εκτοπισμού του από την «Εξουσία».
Σήμερα βρισκόμαστε πάλι στον ίδιο αφετηριακό κόμβο, με προκλήσεις πολύ πιο έντονες, που απευθύνονται στην ίδια κομματικοσυνδικαλιστική ηγεσία, και την προκαλούν.
Σήμερα ο έθνικ Σοσιαλισμός, ο έθνικ Πατριωτισμός, ο έθνικ Πολιτικός Λόγος, υποσκελίζει και τον Σοσιαλισμό και τον Πατριωτισμό και τις κοινωνίες των εργαζομένων, τις οποίες υποτάσσει στις «Αγορές», στο «Εξωτερικό Χρέος», στο «Διευθυντήριο» της Ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης και του εργαλείου υποταγής λαών και Κρατών, το euro.
Συγκριτικά με το χθες, το σήμερα που λαμβάνει χώρα στο 34ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ θα μπορούσε να αποτελέσει μια διέξοδο καθώς και μια ευκαιρία του επαναπροσδιορισμού της συνείδησης του εργαζόμενου προς τα μέσα προστασίας του και της άρνησης του στην εμπεδωμένη αντίληψη του προστατευτικού ρόλου των κομμάτων, των κομματικών συνδικαλιστικών ηγεσιών και μιας δημοκρατίας που χρησιμοποιείται ως δεσμοφύλακας των κεκτημένων συμφερόντων και εξουσιών του κράτους και των διαμεσολαβητών του, κομμάτων εξουσίας ή … αντιπολίτευσης .
Είναι μια ευκαιρία, δεδομένης μιας αποκαλυπτικής πραγματικότητας που επαναδομεί τον εθνικισμό, και μάλιστα εκείνον που αναπτύχθηκε κατά την περίοδο που το Ελληνικό Κράτος δομείτο ως Προτεκτοράτο των ΗΠΑ, σήμερα των «Αγορών» και του Δ΄ Ραίχ.
Θα πρότεινα στο φίλο μου τον Παναγόπουλο, αν του είναι δύσκολο στο επίπεδο της ΠΑΣΚΕ, μπορεί στο επίπεδο της ΓΣΕΕ, να βγάλει στο πεζοδρόμιο την κομματική γκιλοτίνα, να αντισταθεί στις υποδείξεις της κομματικής νομενκλατούρας και των υποχρεώσεων του ως κομματικό στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος.
Την ίδια παράκληση απευθύνω στον Τσαλικάκη, στον Γαυρίλη και στην ηγεσία του ΠΑΜΕ.
Ο οργανωμένος χώρος των εργαζομένων και τα θεσμοθετημένα όργανα του, χρειάζονται τον πολιτικό λόγο ως μέσο, ως γλώσσα επικοινωνίας και όχι τις κομματικές αγκυλώσεις, την κομματική γλώσσα, την κομματική συνείδηση και τον τεχνοκρατισμό ως γλώσσα παραγωγής πολιτικής και επιχειρημάτων.
Ο πολιτικός λόγος , ως ιδεοπαραγωγική πηγή γλώσσας επικοινωνίας και δημιουργικότητας, παράγει συνδικαλισμό, παράγει κινήματα, δημιουργεί πλούτο, δημιουργεί εξουσίες που οι κοινωνίες χρειάζονται ως όπλα απέναντι στο Κράτος και τα Συμφέροντα που εκπροσωπεί και σε αυτά υποβάλει τις κοινωνίες.
Ένα Συνέδριο της ΓΣΕΕ ή της ΑΔΕΔΥ έχει αυτόν τον σκοπό και αυτή την υποχρέωση.
Έχει την υποχρέωση της ιδεοπαραγωγικής δημιουργίας δυνάμεων και αρχών που να ισχυροποιούν τους εργαζόμενους και την ανάγκη οργανωμένης άμυνας των εργαζομένων απέναντι στα συμφέροντα και τους πολιτικούς προστάτες των.
Το σύνολο της κοινωνίας των εργαζομένων δεν ζουν στην αυταπάτη του προστατευτισμού του από τα κόμματα, το Κράτος και τις Κυβερνήσεις, και όσο το πέλμα του ποδιού του κόμματος πατάει πάνω στα συνδικάτα, τόσο οι εργαζόμενοι θα τα αποφεύγουν τις οργανώσεις όπως ο διάολος το λιβάνι.
Αλλά αν αυτό αποτελεί τον έναν πυλώνα στον οποίο εδράζεται η εξουσία, η υιοθέτηση του από τα συνδικάτα καθιστά τις οργανωμένες δυνάμεις των εργαζομένων, συνένοχους για τα δεινά στα οποία υπόκεινται οι κοινωνίες των εργαζομένων.
Γιατί αυτές οι οργανωμένες δυνάμεις κατα συντριπτική πλειοψηφία, είναι δυνάμεις με αναπτυγμένο τον κομματικό πατριωτισμό και τον κομματικό εθνικισμό, και ευθύνονται για την επιλογή των ηγεσιών των "συνδικαλιστικών" οργανώσεων.