Υπάρχει ένα ζήτημα από πολύ παλιά στο οποίο έχω διατυπώσει αρκετές φορές απόψεις γι’ αυτό. Είναι το ζήτημα της οργάνωσης των εργαζομένων και η τύχη των συνδικάτων, που δεν είναι ούτε συνδικάτα ούτε συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Η οργάνωση των εργαζομένων αντιμετωπίζεται ως συντεχνίες ίδιου επαγγέλματος και διέπεται από τα άρθρα του Αστικού Κώδικα, από το 78 άρθρο έως και το 107
Ως νομικό πρόσωπο εφαρμόζονται όλες οι γενικές διατάξεις που αφορούν τα ΝΠΙΔ.
Με τον τρόπο αυτό έχουμε επιτρέψει στην Πολιτεία να καθορίζει την δράση μας ως να είμαστε ιδρυτές μιας ομόρρυθμης εταιρίας με Διοικητικό Συμβούλιο στην οποία έχουν εφαρμογή διάφοροι νόμοι και το δικαίωμα του δικαστή αυθαιρετώντας να επιβάλει την εφαρμογή διατάξεων όπως ερμηνεύεται από τον ίδιο.
Έχουμε εκχωρήσει δηλαδή κυριαρχικά μας δικαιώματα στο Κράτος και τα θεσμοθετημένα όργανα του.
Για ποιαν ανεξαρτησία του συνδικαλιστικού κινήματος μιλάμε;
Τι έχει κάνει η ΓΣΕΕ στο ζήτημα αυτό; Ποιος ο ρόλος ύπαρξης και δράσης των κατ' επίφαση Συνδικαλιστικών παρατάξεων;
Α. Ως επαγγελματικές οργανώσεις, τα συνδικάτα, δεν είναι σε θέση σήμερα να εκφράσουν σε πολιτικό, οικονομικό και συνδικαλιστικό επίπεδο τους εργαζόμενους για τρεις κυριότερους λόγους, που δεν είναι όμως μόνο αυτοί.
Ως συντεχνίες στρέφονται η μία συντεχνία εναντίον της άλλης και κατ’ επέκταση ενάντια στο συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας.
Ο επαγγελματικός κίνδυνος της απώλειας των συνεκτικότητας της συντεχνίας περνά αναγκαστικά μέσα από την ισχυροποίηση των δεσμών της με την διεκδίκηση αιτημάτων που δημιουργούν μοναδικό όφελος των εντός της συντεχνίας αλλά και των άλλων που ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία άλλα κατ’ επιλογή τους ή από την τρομοκρατία που ασκείται εκ μέρους των εργοδοτών είτε από τον τρίτο παράγοντα που αναφέρω παρακάτω, δεν αποτελούν οργανωμένα μέλη των συντεχνιών.
Η χρηματοδότηση δεν επιβαρύνει μόνο τα μέλη των συντεχνιών, αλλά όλους τους εργαζόμενους ανεξάρτητα αν είναι ή όχι κατ’ επιλογή τους μέλη των συντεχνιών αυτών. Παράλληλα ένα μέρος των χρημάτων ενίσχυσης των συντεχνιών προέρχεται από τις εισφορές των εργοδοτών, οι οποίες μαζί με τις εισφορές των εργαζομένων διαχειρίζονται από την Εργατική εστία και αποδίδονται ( το 25%) στις συνδικαλιστικές ( κατ’ όνομα και συνήθεια) οργανώσεις.
Μέσα σε κάθε συντεχνία λειτουργούν ταυτόχρονα εν ήδη φερέφωνων, άλλες τρεις ή τέσσερις συντεχνίες, που αναφέρονται με τα κομματικά τους χαρακτηριστικά, μία της ΠΑΣΚΕ, μια τη ΔΑΚΕ, μία του ΠΑΜΕ και μία της Αυτόνομης Παρέμβασης.
Οι παραπάνω τρις σπουδαίοι λόγοι, επηρεάζουν αποφασιστικά την μέγιστη αποχή των εργαζομένων, από τις συντεχνίες.
Β. Υπάρχουν ακόμα όμως και ορισμένοι επιπλέον, το ίδιο σημαντικοί, λόγοι που δεν επιτρέπουν στους εργαζόμενους να αυξήσουν την πυκνότητα των συντεχνιών τους.
Είναι η υποταγή των ηγεσιών τους στις αγκάλες μιας ιδιότυπης εξουσίας που παράγει προσωπική ανέλιξη και οικονομική ευρωστία, που λειτουργεί ενισχυτικά στην παραμονή τους στους θώκους της εργατικής εξουσίας μέχρι την συνταξιοδότηση τους.
Ένας άλλος παράγοντας είναι οι σύνθετες εργασιακές σχέσεις που δεν επιτρέπουν την καθαρή εργασιακή σχέση ενός μισθωτού από έναν ελεύθερο επαγγελματία, ή έναν εργαζόμενο που απασχολείτε με μερική απασχόληση ή ασκεί «μαύρη» εργασία και απολαμβάνει «μαύρο» χρήμα, που συμμετέχει στην δημιουργία ενός κύκλου εργασιών που φοροδιαφεύγει και εισφοροδιαφεύγει.
Συνήθως παρατηρείται και λόγω των αυξημένων αναγκών της οικογένειας και της ανεξέλεγκτης ακρίβειας, οι ιδιότητες αυτές να συγκεντρώνονται σε ένα άτομο – εργαζόμενο. Είναι ο εργαζόμενος που είτε προσπαθεί να καλύψει βασικές του ανάγκες είτε επιθυμεί μια άνετη ζωή, στρέφεται όμως ενάντια σε εκείνον που δεν έχει την δυνατότητα απασχόλησης ούτε μισού χρόνου μιας εργάσιμης μέρας.
Η αντίθεση που δημιουργείται από την πολυπλοκότητα των σχέσεων αυτών και που δεν είναι μία, με την σειρά της δημιουργεί μια αντιπαλότητα ανάμεσα στις εργασιακές σχέσεις που εκδηλώνονται από την άσκηση ενός επαγγέλματος με μια εργασία «αντίπαλη» της επαγγελματικής του ειδικότητας ή μια συναφούς εργασίας με την επαγγελματική του ειδικότητα αλλά που επικαλύπτει μια άλλη θέση εργασίας.
Άλλος παράγοντας που επηρεάζει αρνητικά την σχέση του εργαζόμενου με την συντεχνία του είναι ο κίνδυνος της ανεργίας.
Η ανεργία είναι ο ποιο κακός σύμβουλος στις αποφάσεις του ατόμου και ασκεί καταλυτικό ρόλο στις συμπεριφορές του.
Η ανεργία δημιουργεί περίεργους συνειρμούς και η επαπειλούμενη φτώχεια που οδηγεί το άτομο πρώτα στον ρόλο παράσιτου της οικογένειας και μετά στην αποπομπή του από την κοινωνική του ομάδα, περιθωριοποιεί το άτομο και το θέτει εκτός κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών και διεκδικήσεων.
Η ανεργία χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως από τους κατέχοντες τις εξουσίες. Η κυβέρνηση προσποιητε με έναν έντεχνο τρόπο, που δείχνει το μέλλον στην μη συμόρφωση ( Καθεστηκυία Τάξη), στις κοινωνίες και τα άτομα, ότι έχει δήθεν μειώσει το ποσοστό ανεργίας και έχει αυξήσει τον αριθμό των απασχολουμένων. Την ίδια στιγμή όμως τα ασφαλιστικά ταμεία δεν έχουν κέρδος από την αύξηση αυτή και στην πραγματικότητα αντιμετωπίζουν διόγκωση των ελλειμμάτων τους. Το μέλλον της μη συμόρφωσης οδηγεί τους εργαζόμενους εκτός οργανωμένων σχηματισμών πάλης.
Η ανεργια και ο τρόπος αντιμετώπισής της, τρομοκρατεί τους εργαζόμενους, τρομοκρατεί την οικογένεια του εργαζόμενου, η οποία με την σειρά της επιβάλει "μέτρα" αυτοπροστασίας.
Είναι γνωστός ο όρος " Κοινωνικός Αυτοματισμός".
Η μεθοδολογία της Κυβέρνησης οδηγεί στην φασιστική διατύπωση των προβλημάτων που δημιουργούνται από ορισμένα μειοψηφικά συγκροτημένα συμφέροντα εργαζομένων, με πολλά προνόμια που στερούν την δουλειά από τους άλλους εργαζόμενους και στερούν επίσης την ασφαλιστική κάλυψη και την διατήρηση της ικανότητας των ασφαλιστικών ταμείων να παρέχουν συντάξεις στο μέλλον.
Είναι γεγονός ότι το Κράτος για να επιζεί εξουσιάζοντας τις κοινωνίες, ανακαλύπτει συνεχώς καινοτόμες διεργασίες που τις αντιλαμβανόμαστε είτε ως κοινωνικό αυτοματισμό, είτε ως εκφοβιστικό μηχανισμό στην ύπαρξη των χαρακτηριστικών που συνθέτουν το άτομο με την ανθρώπινη του διάσταση, είτε ως μηχανισμό απόγνωσης μερίδας ατόμων μιας κοινωνικής τάξης από την εκτόπιση της από την ίδια την κοινωνική τάξη που ανήκουν, είτε η χρήση μηχανισμών αποστέρησης βασικών ανθρωπιστικών δικαιωμάτων ή αμφισβήτηση των δικαιωμάτων αυτών, είτε εφευρίσκοντας μεθόδους εικονικής οικονομικής αποκατάστασης η οποία όμως αποτελεί μόνιμη παγίδα εγκλωβισμού σε ένα χρέος πολλαπλασιαστικό της εξάρτησης του ατόμου από πολλές εργασίες και πολλές ώρες απασχόλησης, που δεν του επιτρέπουν την συμμετοχή του στις οργανώσεις του αλλά και που τον αποθαρρύνουν στην οποιαδήποτε κοινωνική του συμμετοχή.
Η διοίκηση του Κράτους είναι υπόθεση ενός επιστημονικό-οικονομικού κατεστημένου που διαμορφώνεται ως κατεστημένο από συγκεκριμένα συμφέροντα.
Όλοι οι άλλοι είναι απλά γρανάζια μιας μηχανής για πάρα πολλές δουλειές.
Τα …..συνδικαλιστικά στελέχη επιδιώκουν να γίνουν μέρος αυτού του κατεστημένου και μάλιστα του στενού του πυρήνα, ώστε να ασκούν τις εξουσιαστικές τους δυνάμεις ιδιοποιούμενοι την «ψήφο» ανάδειξής τους στα αξιώματα που κατέχουν.
Ας ανακεφαλαιώσουμε τώρα επιγραμματικά τα ποιο σημαντικά αντικίνητρα συμμετοχής των εργαζομένων στις οργανώσεις τους.
Το σωματείο ως συντεχνία, η συντεχνία ως παράγοντας του κοινωνικού αυτοματισμού, ο επαγγελματικός κίνδυνος απώλειας της δυναμικής της συντεχνίας, η κρατική –εργοδοτική χρηματοδότηση των οργανώσεων και των συνδικαλιστών και οι κομματικές παρατάξεις.
Στο δεύτερο επίπεδο αντικινήτρων εντάσσονται, η υποταγή των ηγεσιών των συνδικάτων στο Κράτος μέσα από την υποτιθέμενη συμμετοχή στα κέντρα αποφάσεων, οι σύνθετες εργασιακές σχέσεις και η πολυπλοκότητα τους, η ανεργία, η υπερχρέωση μέσω τραπεζικών δολοπλοκιών και η εφευρηματικότητα του Κράτους στο να μεταχειρίζεται καινοτόμες διασκευές στην διατήρηση της υποταγής των κοινωνιών.
Ως μέσο τρομοκρατίας και απώθησης των εργαζομένων είναι η διατήρηση και η ενίσχυση του κατεστημένου που ασκεί την διοίκηση του Κράτους και που την αποτελούν οι ηγεσίες των οργανωμένων συμφερόντων που συνθέτουν την Εθνική Κοινωνία και τα Κόμματα.
Οφείλουμε να αντιδράσουμε και το οφείλουμε χωρίς τις σημερινές ηγεσίες των λεγόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Οφείλουμε να αποτινάξουμε τον ζυγό του Κράτους από την σύσταση και λειτουργία των οργανώσεων μας ως εργαζόμενοι.
Οφείλουμε να θυμόμαστε πως πάντα είμαστε εργαζόμενοι και όλον τον χρόνο απασχόλησης και όλο τον υπόλοιπο χρόνο ως καταναλωτές.
Οφείλουμε να αντιληφθούμε πως η οικογένειά μας εξαρτάται από τον εργοδότη μας όπως εξαρτιόμαστε και εμείς από αυτόν.
Ότι δικαίωμα στην εξάλειψη της εξάρτηση έχουμε τόσο εμείς όσο και η οικογένειά μας.
Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι η συντεχνιακή αντίληψη των συνδικάτων ενισχύεται από την ύπαρξη των Ομοσπονδιών που διαιρούν τους εργαζόμενους και που προτάσσουν συμφέροντα που τις περισσότερες φορές βρίσκονται σε αντιδιαστολή με τα συμφέροντα των κοινωνιών.
Οφείλουμε να προχωρήσουμε σε νέες μορφές αυτό-οργάνωσης ως εργαζόμενοι που θα στοχεύουν στην δημιουργία Κοινωνικών Οργανώσεων των εργαζομένων στο επίπεδο πλέον του Νομού ή τουλάχιστον ανά επιμέρους γεωγραφική ζώνη του ίδιου Νομού.
Στόχο η δημιουργία ισχυρών οργανώσεων που να εντάσσονται όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα της εργασιακής τους σχέσης ή ειδικότητας, στο επίπεδο του Νομού ή της επιμέρους γεωγραφικής ζώνης.
Στην δημιουργία τοπικών δευτεροβάθμιων οργανώσεων ανά γεωγραφική περιφέρεια. Δηλαδή ένα Περιφερειακό Εργατικό Κέντρο, στο οποίο μέλη του είναι τα συνδικάτα των Νομών της Περιφέρειας.
Στην δημιουργία μιας καινούργιας Ανώτατης Εργατικής Οργάνωσης όλων των Περιφερειακών Εργατικών Κέντρων.
Δημιουργία οργανώσεων που τα καταστατικά τους θα είναι ενιαία και δεν θα τίθενται υπό την έγκριση ή επικύρωση τους από το Κράτος. Δηλαδή τα Δικαστήρια.
Με άλλα λόγια το δικαίωμα αυτοπροστασίας των κοινωνιών δεν τίθεται υπό την «προστασία» ή την αίρεση του Κράτους και των θεσμοθετημένων του οργάνων.
Χρειαζόμαστε Συνδικαλιστικές Κοινωνικές Οργανώσεις, πανίσχυρες, που να μπορούν να περιορίσουν τις εξουσιαστικές δυνάμεις του Κράτους και των οργανωμένων συμφερόντων που το δυναστεύουν, οδηγώντας τις επιμέρους κοινωνίες μας σε δυναμικές νίκες και σε μια τροχιά δυναμικής διοίκησης του Κράτους.
Ισχυρές Κοινωνικές Οργανώσεις που θα υποτάξουν τα Κόμματα στις αξιακές αρχές των Κοινωνιών μας και όχι τις Κοινωνίες μας σε εξαρτήματα των Κομμάτων.
Είναι βέβαιο ότι πολέμιοι μιας τέτοιας προοπτική θα είναι πρώτα τα Κόμματα και από κοντά οι σημερινές ηγεσίες των «συνδικαλιστικών» οργανώσεων, αλλά και των Εργοδοτικών οργανώσεων.
Θα χαθούν οι εξουσίες.
Αλλά πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, γιατί σε μια διαδικασία σμίκρυνσης και απώλειας των εξουσιών, το υποκατάστατο της εξουσίας προς αποτροπή αυτής της διαδικασίας, είναι η Τρομοκρατία των μαζών.